Σάββατο, 30 Μαΐου 2009
Η χροιά της φωνής μας
Κυριακή, 17 Μαΐου 2009
Τα χρώματα του πολέμου
Sb shows his/her true colours. Ο αγγλικός αυτός ιδιωματισμός χρησιμοποιείται, προκειμένου να δηλωθεί ότι κάποιος αποκαλύπτει τον πραγματικό εαυτό του, τις ποιότητες εκείνες που συνιστούν ίδιον του χαρακτήρα του και όπου, ενίοτε, υπό συνθήκες «κανονικές» αποκρύπτονται, για να έρθουν στο φώς υπό περιστάσεις «έκτακτες». Ασφαλώς οι πρόσφατες εξελίξεις, και αναφερόμαστε εδώ στην αντίδραση, η οποία, προφανώς, προκρίθηκε ως η πλέον ενδεδειγμένη από πλευράς των πρυτανικών αρχών ως «απάντηση» στην πολυσυζητημένη ενέργεια της εκτόξευσης μπογιάς στην πρόσοψη του κτιρίου, όπου το ΤΗΧΕΙ στεγάζεται, δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως κεραυνός εν αιθρία – έστω και αν προσέδωσαν στα τεκταινόμενα τον χαρακτήρα μιας τρικυμίας, λαμβάνουσας χώρα εντός ενός φλιτζανιού του τσαγιού. Οι εκβιασμοί που εκτοξεύθηκαν από πλευράς του πρύτανη, και τους οποίους ετεροχρονισμένα ανασκεύασε, όταν, επιτέλους, ίσως και να διαισθάνθηκε ότι η αψυχολόγητη κίνηση του θα μπορούσε, δίχως να υφίσταται ιδιαίτερος λόγος, να δυναμιτίσει το κλίμα στους κόλπους τις «ακαδημαϊκής κοινότητας»· οι απειλές που ο ίδιος εξαπέλυσε, οι έχουσες χροιά αντίστοιχη εκείνων οι οποίες απευθύνονταν άλλοτε στα παιδιά που δεν συμπεριφερόταν κόσμια την ώρα του οικογενειακού δείπνου, για τα οποία η τιμωρία συνίστατο στη στέρηση του γλυκού και στον εγκλεισμό στο δωμάτιο τους, αποτελούν ακόμη μια έκφραση της υποτιμητικής, προσβλητικής αντιμετώπισης, της επιφυλασσόμενης στους φοιτητές. Είναι επίσης ενδεικτική η εφαρμογή της αρχής της συλλογικής ευθύνης, βάσει των επιταγών της οποίας όλοι οφείλουν να πληρώσουν το «τίμημα» για την ενέργεια ορισμένων, –και ας μην υπεισέλθουμε εδώ στα όσα αυτή συνεπάγεται, στην έμμεση προτροπή την απευθυνόμενη προς όλους να «κατασκοπεύουν» τους διπλανούς τους, την έχουσα, αναμφίβολα, παιδαγωγικό χαρακτήρα– της έκδηλης αυθαιρεσίας, για να το θέσουμε με κάποια επιείκεια, που διέπει τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων στο πανεπιστήμιο, η οποία, κατά πως φαίνεται, θεωρείται ότι συνάδει με το αδιαμφισβήτητο κύρος, από το οποίο, αναντίρρητα, οι ακαδημαϊκοί άρχοντες διακρίνονται.
Αν εν μέσω αυτής της συνθήκης τόσος πολύς λόγος γίνεται για τα αναλώσιμα και την παύση της διάθεσης τους, είναι ίσως επειδή διαμέσου της συγκεκριμένης φιλολογίας επιτυγχάνεται να συγκαλυφθεί το ουσιώδες: ότι εκείνοι που πρωτίστως λογίζονται επί του παρόντος ως αναλώσιμα, δεν είναι άλλοι από τους φοιτητές. Επομένως είναι εύλογη η απορία και η σύγχυση που προκλήθηκε από τα διαδοχικά ηλεκτρονικά μηνύματα του Πρυτάνεως, μέσω των οποίων ανεπιτυχώς επεχειρήθη να διασαφηνισθεί για την περικοπή ποιού ακριβώς υλικού έγινε λόγος. Καθίσταται πρόδηλο πως στα πλαίσια της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της εν γένει λειτουργίας του πανεπιστημίου –ναι, είναι αυτός όρος, που θα ήταν ευκταίο να καταστεί αδόκιμος, ο πλέον ενδεδειγμένος εν προκειμένω, καθόσον είναι η αποδοτικότητα, η αναμενόμενη από τη λειτουργία μια μηχανής, εκείνη που επιζητείται– , οι φοιτητές αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα. Καλούνται να ανταπεξέλθουν σε απαιτήσεις, να ανταποκριθούν σε πρότυπα που καθορίζονται ερήμην τους. Τους ζητείται να αποδειχθούν «ευέλικτοι», προσαρμοζόμενοι στις εκάστοτε τροποποιήσεις των δεδομένων, προκειμένου να αναδειχθούν ανάμεσα τους οι «ικανοί», όσοι επεβίωσαν σε μια διαδικασία η οποία προσομοιάζει σε αυτήν της «φυσικής επιλογής». Εκείνο δε όπου σε κάθε περίπτωση αποτελεί «σταθερά» παρά τις αλλεπάλληλες «αναδιαρθρώσεις», είναι ότι αυτές μοιάζουν να υπακούουν σε μια δύναμη υπεράνω ημών, ομόλογη του Κυρίου, αι βουλαί του οποίου παραμένουν, ως γνωστόν, άγνωσται…
Ούτε λόγος, όμως, παρά την εξύψωση της «προσαρμοστικότητας» ή της «ευελιξίας», για την προσαρμογή της διδασκαλίας στις ανάγκες, στις ιδιαιτερότητες, στις βλέψεις των ιδίων των φοιτητών, ούτως ώστε να αναδεικνύονται οι κλίσεις τους. Ο ρόλος μας περιορίζεται στη διεκπεραίωση των καθηκόντων, τα οποία υπαγορεύονται από τις προαναφερθείσες επιταγές. Οφείλουμε να είμεθα παραγωγικοί, αποτελεσματικοί, να ανταπεξέλθουμε στην εντατικοποίηση των ρυθμών φοίτησης, να αποδείξουμε ότι αφομοιώσαμε την πληθώρα των πληροφοριών, των οποίων υπήρξαμε αποδέκτες, αριστεύοντας στις εξετάσεις. Οι «αρμοδιότητες» μας φτάνουν περίπου ως εκεί. Δεν άπτονται, φερειπείν, της διαμόρφωσης του προγράμματος σπουδών· εδώ αρχίζουν αυτές των «ειδημόνων»· και εμείς, παρότι προφανώς είμαστε οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, δεν έχουμε παρά να υποστούμε αγόγγυστα, να λουστούμε τις συνέπειες όσων αποφάσεων λαμβάνονται για εμάς δίχως εμάς, αλλά πάντα για το καλό μας, το οποίο, βεβαίως, είναι άλλοι εκείνοι που το γνωρίζουν καλύτερα. Και αν όλα αυτά ακούγονται ως κλισέ, είναι, ασφαλώς, λιγότερο «τετριμμένα» από την πραγματικότητα την οποία φιλοδοξούν να σκιαγραφήσουν. Συνίσταται αυτή στον έκδηλο σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας μας αποκλεισμό μας από τη λήψη των αποφάσεων που αφορούν στη διαμόρφωση της. Στην ενθάρρυνση της συμμετοχής μας μονάχα ως εκτελεστές αποφάσεων ήδη ειλημμένων, από μηχανισμούς που δεν υπόκεινται στον έλεγχο μας. Ασφαλώς δεν έχει η μύηση μας στην εν λόγω αντιμετώπιση ως αφετηρία την εισαγωγή μας στο πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια νοοτροπία σύμφυτή με τις αξίες μιας κοινωνίας διεπόμενης από το διαχωρισμό ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις και αυτούς που είναι επιφορτισμένοι με την εκτέλεση τους. Η παιδιόθεν γαλούχηση μας με αυτήν αποσκοπεί στο να μην ενηλικιωθούμε ποτέ.
Ως παρεπόμενο της τάσης για περιορισμό της συμμετοχής των ανθρώπων, της διοχέτευση της σε ασφυκτικά καθορισμένους «εργαλειακούς» τομείς, επέρχεται είτε η άρνηση που ενίοτε εκφράζεται μέσω αντιδράσεων σπασμωδικών και αδιέξοδων –όπως στην περίπτωση της εκτόξευσης των χρωμάτων που θα πρέπει μάλλον να αναγνωσθεί ως εκδήλωση «ασυναίσθητης» απόρριψης του ισχύοντος status quo στο πανεπιστήμιο–, είτε η παντελής αποστασιοποίηση, η έκδηλη ατόνηση του ενδιαφέροντος για τις κοινές υποθέσεις, η παράδοση στην αδράνεια, η εδραίωση του ατομικισμού. Σε αυτήν οφείλεται και η αποκαρδιωτική εικόνα εκφυλισμού που παρουσιάζει η γενική συνέλευση του τμήματος, η οποία για ακόμη μια φορά δεν κατόρθωσε να συνέλθει, προκειμένου να δοθεί η δέουσα απάντηση στην προκλητική στάση της διοίκησης. Επομένως, ίσως περιττεύει το να σημειώσουμε πως είμαστε εμείς οι ίδιοι, εκείνοι οι οποίοι προσφέρουμε απλόχερα το άλλοθι, δίνουμε τη λαβή για την υβριστική συμπεριφορά απέναντι μας, την αντιμετώπιση μας ως ανίκανους, ανήμπορους να κινηθούμε δίχως καθοδήγηση, χωρίς άνωθεν υποδείξεις. Το ότι αυτή μας η αδυναμία συνιστά, αναντίρρητα, συνέπεια του ότι έχουμε «διαπαιδαγωγηθεί», όπως επιχειρήσαμε να δείξουμε, για να συμπεριφερόμεθα κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί να προβληθεί ως δικαιολογία για την παραίτηση. Δεν έχουμε άλλη εκλογή από το να αντιταχθούμε στην υποτίμηση μας, έχοντας ως προτεραιότητα να αναλάβουμε το μερίδιο των ευθυνών που μας αναλογεί. Ας κάνουμε στους εαυτούς μας αυτή τη μικρή χάρη.
Η απαξίωση της γενικής συνέλευσης, ας εμμείνουμε στο συγκεκριμένο σημείο, η μη συμμετοχή σε αυτήν δεν μπορεί, επομένως, να αιτιολογηθεί με την προβολή του ισχυρισμού –παρόλο που αυτός ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα– ότι αυτή αποτελεί το θέατρο στείρων αντιπαραθέσεων, προώθησης μικροπολιτικών επιδιώξεων, καθώς τη νέμεται η συνδικαλιστική γραφειοκρατία κ.ο.κ. Οφείλουμε να αναλογιστούμε πως, αν όλα αυτά όντως ισχύουν, αυτό θα πρέπει να αποδοθεί στη δική μας ανοχή, στη δική μας απουσία. Το ότι, τρόπον τινά, «διδασκόμαστε» την αποδοχή της ιεραρχίας, της αντιπροσώπευσης, της λογικής της ανάθεσης των υποθέσεων μας σε «ειδικούς», δεν μας καθιστά άμοιρους ευθυνών. Αν η γενική συνέλευση τείνει να απολέσει ολοκληρωτικά τον χαρακτήρα της ως δημόσιος χώρος, δεν έχουμε παρά να αντιπαρατεθούμε στον εκφυλισμό της· να της προσδώσουμε το χαρακτήρα που της αρμόζει, μετασχηματίζοντας την από μια διαδικασία που έχει διαχωριστεί από το σώμα των φοιτητών, που νοείται από τους ίδιους ως ξένη προς αυτούς, οι οποίοι ακόμη και όταν συμμετέχουν το κάνουν παθητικά, σε έναν θεσμό πολιτικό, διαμέσου του οποίου θα προωθείται η συλλογική αντιμετώπιση των συνθηκών, στις οποίες όλοι υποκείμεθα στην καθημερινότητα μας στο πανεπιστήμιο και που μπορούμε μόνο από κοινού να αμφισβητήσουμε εμπράκτως και να ανατρέψουμε. Προέχει δε η καταπολέμηση ακριβώς της μοναξιάς, της πεποίθησης ότι ο καθένας μπορεί να βασίζεται μόνο στον εαυτό του, η οποία ενδέχεται, ασφαλώς, να αποβεί εξαιρετικά ψυχοφθόρα... Η γενική συνέλευση είναι αναγκαίο να καταστεί ο χώρος, όπου ο καθένας και η καθεμία θα αισθάνεται πως μπορεί να καταθέσει, να μοιραστεί με άλλους, τους προβληματισμούς του/της, γνωρίζοντας ότι αυτοί θα τύχουν της επιβεβλημένης προσοχής, ότι θα ληφθούν σοβαρά υπόψιν.
Για να επιτευχθούν όλα αυτά, για να μετατραπεί η γενική συνέλευση σε ένα θεσμό όπου θα ευδοκιμήσει ο δημοκρατικός διάλογος, θα αρθρωθεί κριτικός λόγος απέναντι στο σημερινό πανεπιστήμιο, θα διερευνηθούν οι προοπτικές της αλλαγής του, θα προωθηθεί ο πειραματισμός αναφορικά με το πανεπιστήμιο που θα θέλαμε, με την απόπειρα θέσης σε εφαρμογή εναλλακτικών προτάσεων κατά τη διάρκεια ενδεχόμενων μελλοντικών κινητοποιήσεων, όπως καταλήψεων, προσδίδοντας σε αυτές έναν χαρακτήρα που θα υπερβαίνει αυτόν της απλής διαμαρτυρίας και «αντίστασης», συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός θετικού προτάγματος, οφείλουν προηγούμενα να εξασφαλισθούν μια σειρά από θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Οφείλει να εμπεδωθεί στον καθένα από τους συμμετέχοντες η αίσθηση ότι είναι ίσος απέναντι σε ίσους, ότι η γνώμη του βαραίνει εξίσου με εκείνη του καθένα, ούτως ώστε να ενθαρρύνεται στην ελεύθερη έκφραση της. Οι κατάλληλες διαδικασίες χρειάζεται να θεσπισθούν, προκειμένου να υπηρετείται η ισηγορία, η δημοκρατικότητα της διαδικασίας, να διασφαλίζεται ότι, προτού η πλειοψηφία εκφρασθεί, θα έχει παρασχεθεί σε όλους ανεξαιρέτως η δυνατότητα νε πείσουν για τις απόψεις τους. Σήμερα έχουμε το οξύμωρο η διαδικασία της γενικής συνέλευσης να διέπεται από τους κανόνες που ορίζει ένα καταστατικό που έως πρότινος δεν ήταν καν κοινοποιημένο στους μετέχοντες σε αυτήν· ένα καταστατικό-φάντασμα, το οποίο μη όντας απότοκο διαβούλευσης ανάμεσα στους φοιτητές, δυσχέραινε, το λιγότερο, την επίδειξη της πρέπουσας σοβαρότητας και υπευθυνότητας από πλευράς τους, ακολουθώντας την πεπατημένη του αποκλεισμού που προηγούμενα εθίγη.
Θεωρούμε, εν αντιθέσει με όσους, όπως καθημερινά διαπιστώνουμε, μας αντιμετωπίζουν ως ανίκανους να δράσουμε δίχως ένα φόβητρο, άνευ της κηδεμονίας τους, ότι οι άνθρωποι μπορούν κάλλιστα να τηρήσουν τους κανόνες που οι ίδιοι θεσπίζουν, ενόσω αυτοί βρίσκονται εν ισχύει, καθότι το ζητούμενο είναι να μπορούν να τους θέσουν υπό αμφισβήτηση, διαμέσου διαδικασιών προοριζόμενων για το σκοπό αυτό, αναγνωρίζοντας τους ως δημιουργήματα δικά τους. Και είναι ακριβώς αυτή η τελευταία επιζητούμενη επίγνωση από την οποία δύναται να απορρέει η υπευθυνότητα, η αναγκαία διάθεση προς δέσμευση, ο αυτοπεριορισμός. Το εγχείρημα που εγκαινιάζουμε αποσκοπεί στη διερεύνηση ακριβώς αυτών των προοπτικών και ευελπιστούμε στην πλαισίωση του και από άλλους, αφού χρειαζόμαστε όλη τη βοήθεια που μπορεί να μας παρασχεθεί στην αναζήτηση –διαμέσου της μεταξύ μας τριβής στις συζητήσεις της κίνησης που θα θέλαμε να αποτελέσουν παράδειγμα, «εκκολαπτήριο» αυτών– των διαδικασιών εκείνων που θα μπορούσαν να προταθούν προς υιοθέτηση στη γενική συνέλευση, μεταλαμπαδευόμενες σε αυτήν για να υπηρετήσουν τον εκδημοκρατισμό της. Διαθέτουμε συναίσθηση των δυσχερειών, των προσκομμάτων που αναπόφευκτα θα συναντήσουμε στο διάβα μας. Γνωρίζουμε, όμως, επίσης ότι οι δυσκολίες που, είναι σίγουρο, θα ανακύψουν δεν είναι ανυπέρβλητες. Ο στόχος που θέτουμε είναι μακρινός αλλά όχι ανέφικτος. Ενώπιον της μακράς απόστασης που οφείλει να διανυθεί, μπορούμε να επιλέξουμε να μείνουμε ακίνητοι, μετέωροι, έρμαια της κακιάς μοίρας μας. Ή μπορούμε, αρνούμενοι να υποταχθούμε σε αυτήν, κάνοντας το πρώτο βήμα, να έχουμε ήδη υπό μιαν έννοια οδηγηθεί στην επίτευξη του στόχου…